27.12.16







Το όνομα μιας ξεπεσμένης πόρνης ντύθηκα
κι ήρθα στο κατόπι σου
να μετρήσω  τα βογγητά σου
παίζοντας τις παρεκτροπές
και τις αναβολές
σημαδεμένα ζάρια στη χούφτα μου
κι απόψε
στην παρτίδα μας
θα σε κλέψω
και θα νικήσω 

α.κ.

25.8.16









Ξεβράζει η θάλασσα
λέξεις άκαμπτες
λεηλατημένες
εφήμερων εραστών.
Λέξεις αταξίδευτες
φεγγάρια άδεια
μονόλογοι μιας βραδιάς
σβήνουν με το κύμα στ' ακρογιάλι.
Δεν είχαν ρότα
δεν είχαν πυξίδα
μήτε φάροι τους φώτισαν το σκοτάδι.

Ξεβράζει η θάλασσα
λέξεις αναίτιες
υπερφίαλες
εξαγνίζοντας το αιώνιο μπλε της.


α.κ.

16.7.16






Έκλαψαν οι ιτιές στο φευγιό σου
έλυσαν  στον άνεμο την κόμη τους και θρήνησαν
-όχι για τον χαμό σου-
για τ’ ανεπίστρεπτο του χρόνου.
Κι αν κάποια βράδια ο άνεμος  
επέστρεφε
βουίζοντας κάτι απ’ τ’ όνομά σου,
τίποτα εδώ δεν στάθηκε ίδιο.

Τα εξεγερμένα όνειρα
μιας πατρίδας μακρινής
-που ξενιτεύτηκαν ένα βράδυ-
τελμάτωσαν σ’ αδειανά χέρια
όταν οι άνθρωποι με τα πολλά πρόσωπα
έσμιξαν σ’ ένα.


α.κ.

11.7.16






Ιδανικές μορφές
περίτεχνες
ανθρώπων απομιμήσεις,
λέξεις ηχηρές
στης ασάφειας το πέλαγος,
ψυχές αδιόρατες στο φως
φορτωμένες ίσκιους.

Παράλληλοι βίοι
ζωής μικρής
βουλιάζουν στη θάλασσα της αλήθειας
που επίπλαστα θέσπισαν.


α.κ.

30.6.16






Πετρώνουν κάποτε οι μνήμες
γίνονται αγάλματα,
σβήνει η νοσταλγία 
των αποδημητικών ανθρώπων 
απόηχοι οι φωνές τους
μιας άλλης ζωής εξανεμισμένης
ξένης.


α.κ. 

25.6.16









Όταν πέσει σκοτάδι
κι ερημώσουν από ονειρέματα
οι δρόμοι σου
έλα να με βρεις.

Για το νοτισμένο σου πρόσωπο μην ντραπείς,
τις τσακισμένες σου λέξεις μην κρύψεις,
πάρε κόκκινα μολύβια 
κι έλα να με βρεις
να χρωματίσουμε
το πούσι της νύχτας,
την υγρασία των τοίχων,
το θλιμμένο βλέμμα των προσόψεων
της βραδινής σου πόλης.

Έλα να με βρεις
σε πεζοδρόμια άγρυπνα,
φανοστάτες θαμπούς
και στα παγκάκια του πάρκου
που άδειασε από πουλιά
έλα να με βρεις
σε σκιές νοσταλγίας 
μ' όλους τους ήχους π’ αγάπησες,
τραγούδι να γενούν 
την νύχτα να πλανέψουν
να περάσει

έλα να με βρεις.


α.κ.

18.6.16








Σαν άγρια κύματα καλπάζουν
των μικρών ανθρώπων  οι πεθυμιές,
στις σάρκες τους μαίνονται
πόθοι αφρισμένοι
ρηχοί
βυθό κανέναν δεν κατοίκησαν
ζουν και πεθαίνουν
με κραυγές οργασμών
σε στείρα βράχια πάνω.



α.κ.

11.6.16




ένα εκατομμύριο θραύσματα γυαλιού
που στοιχειώνουν το παρελθόν μου
σαν τα’ αστέρια που αρχίζουν να συγκεντρώνονται
και το φως αρχίζει να σβήνει
όταν κάθε ελπίδα αρχίζει να συντρίβεται

μάθε ότι  δεν θα φοβηθώ